isn't it ???

isn't it ???

21.6.20

ο Δικός μου!


Ήταν μεσημέρι. Εγώ είχα γυρίσει απο το σχολείο,γυμνάσιο ή λύκειο θα σε γελάσω και καθόμουν στο τραπέζι της κουζίνας και έτρωγα. Ο Τάσος μόλις είχε επιστρέψει και αυτός απο τη δουλειά και η πρώτη κίνηση ήταν πάντα να μπεί να κάνει μπάνιο και μετά να φάει. Βγαίνει μετά απο λίγο και μύριζε φράουλα.
Ρε μπαμπά, τι τέλεια που μυρίζεις!!! του λέω,. Ναι και μένα μ αρέσει αυτο το σαμπουάν.
Με ποιο σαμπουάν έκανες μπανιο ρωτάω. Αυτό το ρόζ με τον σκύλο μπροστά. Το ότι έχει σκύλο μπροστά δεν σε προβλημάτισε καθόλου; του Δούκα ήταν;. Δεν συζητάς παραπάνω.

Εχουν μόλις κανα δυο χρόνια που κυκλοφορήσαν τα Nike Air jordan τα λευκά. Είμαι σίγουρα γυμνάσιο ο αδελφός μου δημοτικό. Μαζεύει χρήματα απο κάλαντα , θείους-ες, χαρτζιλίκια και πάει και τα αγοράζει. Βάζουμε ένα στοίχημα και του τα τρώω. Ηταν αρκετά μεγάλα για μένα αλλα με δυο ζευγάρια κάλτσες χοντρές μια χαρά. Αυτό ήταν πάντα το κόλπο για να παίρνω αυτό που θέλω απο τον αδελφό μου. Ακούραστα. Δεν τα έχει φορέσει κανείς ακόμα γιατί απλά θέλω να είναι γκράντε η πρεμιέρα. Κοιμάμαι με αυτά. Γυρνάω απο το σχολείο και βλέπω τα παπούτσια κάτω στη σκάλα της κουζίνας μες τη λάσπη. Και δίπλα τους η φόρμα μου η converse μοβ, πράσινη και λευκή επίσης μες τη λάσπη. Εκγεφαλικό. Ανεβαίνω έξαλλη φωνάζοντας απο κάτω ΜΠΑΜΠΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ. Εβγαινε πάλι απο το μπάνιο. Οταν τον ρωτάω ουρλιάζοντας και κλαίγοντας τι έπαθαν τα παπούτσια μου και γιατί είναι πεταμένα κάτω, μου λέει ατάραχος :πήγα στις ελιές μωρέ λίγο να καθαρίσω και επειδή αυτά ήταν ψηλά τα βρήκα και τα έβαλα. Ηταν λίγο στενά αλλα μια χαρά την πάλεψαν με τα αγκάθια και τα αγριόχορτα.

Εχει βρεί ο αδελφός μου και έχει σώσει ένα κουτάβι στην μονάδα της Σαντορίνης όταν είχε πάει πρώτη μετάθεση και τους το είχαμε πάει στο σπίτι και αυτό. Είχαμε ήδη άλλο ένα σκυλί. Αυτό επειδή ήταν μωρό είχαμε πάρει κάτι κροκέτες μικρές και του τις διναμε με γάλα. Βλέπω ένα πρωί με την τσίμπλα στο μάτι που έφτασα κουτουλώντας στην κουζίνα τον πατέρα μου να έχει τιγκάρει ένα μπολ κροκέτες με γάλα και να είναι με το κουτάλι στο στόμα. Τι κάνεις;;; του λέω. Να έβαλα να φάω λίγα δημητριακά απο αυτα που είναι δίπλα στο ψυγείο.

Λύκειο εγώ , γυμνάσιο ο μικρός και ο πατέρας γίνεται Πρόεδρος του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων του γυμνασίου. Κανονίζουν μεγάλη γιορτή σε ένα πολύ χλιδάτο μαγαζί που μόλις έχει ανοίξει στη χαλκίδα. “Evia Palace'”. Το ετοιμάζουν πολύ καιρό το event και μαεύονται σχεδόν κάθε βράδυ σπίτι γονείς που φτιάχνουν τις λεπτομέρειες. Επειδή τον ξέραμε πολύ καλά τι σούργελο ήταν , είχαμε όλο το διήμερο πριν με τον αδελφό μου που του πρίζαμε τα συκώτια πως αν αρχίσει τους χορούς και τα πανηγύρια αυτός και μας κάνει ρόμπα δεν θα του ξαναμιλήσουμε. Μας έχει διαβεβαιώσει πως θα είναι στο τρέξιμο όλο το βράδυ και να μην ανησυχούμε. Ερχεται η μεγάλη βραδιά, έχω πάει και το πρώτο μου κομμωτήριο για χτένισμα, με έχει βάψει και λίγο η νονά μου. Υπερπαραγωγή μου φαινόμουν. Πάμε , καθόμαστε, τρώμε, ξεκινά το προγραμμα η ορχήστρα ο μπαμπάς στο πέραδώθε, όλα καλά. Τελειώνει το πρώτο , δεύτερο πρόγραμμα και ακούμε τον τραγουσιστή που ήταν και ο ιδιοκτήτης να λέει : Τάσο, έλα ρε φίλε να πούμε κανα τραγούδι!. Πρέπει στα 15 μου να έπαθα τα πρώτα εγκεφαλικά. Που να κρυφτώ; Κάτω απο το τραπέζι δεν χωρούσα και γω και ο κότσος μου και ο αδελφός μου. Η μάνα μου κουνούσε το κεφάλι. Ποτε ανέβηκε, πότε βούτηξε το μικρόφωνο, πότε θα καλούσαμε τις ειδικές δυνάμεις να τον κατεβάσουν όταν πλέον είχε ξημερώσει και θέλαμε να φύγουμε δεν καταλάβαμε. Ολο το μαγαζί ήταν στον αέρα και χόρευε. Η ορχήστρα έδινε ρεσιτάλ και ο Τάσος ήταν στο στοιχείο του. Εμείς για πολύ καιρό δεν θέλαμε να πάμε σχολείο ξανά.


Είμαι αρκετά μεγάλη πια και ζω με έναν πρώην αρραβωνιαστικό (είχα και απο αυτόν) 120 χλμ μακριά απο το πατρικό μου. Δουλεύουμε και οι δυο εκεί. Με παίρνει τηλέφωνο ο τάσος Σαββατοκύριακο και μου λέει οτι μας περιμένει σπίτι γιατί έχει πάρει φανταστικά κρέατα και θα ψήσει. Πάντα έψηνε αλλά άλλο αυτό. Ρε μπαμπά του λέω, δεν έχουμε πληρωθεί και δεν υπάρχει σάλιο. Ουτε για βενζίνη. Θα έρθουμε το άλλο Σκ. Δυο ώρες αργότερα, είμαι στο μπαλκόνι και βλέπω απο κάτω σε ένα παρκάκι που υπήρχε τον μπαμπά μου να μου κάνει νόημα να κατέβω. Κατεβαίνω αμέσως και τον ρωτάω τι κάνει εκεί και γιατί δεν χτύπησε κουδούνει να ανέβει. Μου βάζει στο χέρια 200 χιλιάδες δραχμές, με φιλάει μπαίνει στο αυτοκίνητο και φεύγει. “σας περιμένω για φαγητό αύριο. Δεν χρειάζεται να πεις που τα βρήκες σε κανένα”

Διαφορετικές εικόνες που τις θυμάμαι ολοζώντανες και χαμογελάω. Δεν συνηθίζω να κάνω αφιερώματα και δεν με ενδιαφέρει να ξέρει κανένας πως και γω είχα εναν γαμάτο μπαμπά. Ναι δεν με πήραν απο τους γύφτους. Ο πατέρας είναι ένα στήριγμα ,κυρίως για τα κορίτσια που όμοιο του δεν υπάρχει. Δεν τον συγκρίνεις και δεν τον αντικαθιστάς. Με κανένα. Είναι και μεγάλη η ευθύνη του επίσης γιατί έχει στα χέρια του την μαγιά για την ζωή των παιδιών του. Είναι ο πυρήνας . Να είστε καλοί μπαμπάδες, να κάνετε λάθη και να φροντίζετε τα παιδιά σας να μαθαίνουν απο αυτά. Και να είστε πάντα δίπλα τους όταν και αυτά με τη σειρά τους θα κάνουν τα δικά τους λάθη. Πάνω απο όλα να είστε περήφανοι για τα παιδιά σας ότι και αν κάνουν στη ζωή τους όπως ήταν ο μπαμπάς μου για μένα. Για εμάς.


18.1.20

Ας κάνουμε ταμείο.

Η πρώτη μου επίσημη δουλειά ήταν το πρώτο εξάμηνο που ήρθα στην Αθήνα ως φοιτήτρια στον Βασιλόπουλο στη Νέα Σμύρνη. Δούλεψα 9 μήνες τετράωρη αλλά πέρασα απ όλα τα πόστα. Έμαθα πολλά. Ένα από αυτά ήταν πως τον Ιανουάριο κάνουμε απογραφή. Όλοι, την δεύτερη μέρα του μήνα βρισκόμαστε στο κατάστημα και με τα μπλοκάκια στο χέρι σημειώναμε τι έχουμε και τι θα έπρεπε να έχουμε.
Αυτό έγινε υποσυνειδητα και κανόνας ζωής. Της δικής μου ζωής. Όταν τελείωνε μια χρονιά και ετοιμαζόμουν να υποδεχτώ την καινούρια, μετρούσα τι είχα και τι θα έπρεπε να είχα. Το  moleskine  που κακοποιούσα όλο το έτος μέσα σε τσάντες , πάνω σε γραφεία, σε καφετέριες πριν από ραντεβού, σε αεροπλάνα και βαπόρια στις διακοπές  έφτανε να κλείσει την πορεία του με τον απολογισμό της χρονιάς. Ήταν η στιγμή να μετρηθούμε. Οι δύό μας. Το απόλυτο ξεγύμνωμα.
Μετρούσα στόχους, ευκαιρίες, επιτυχίες, αποτυχίες, φίλους, συνεργάτες, σωστές επιλογές, λάθος επιλογές και στο τέλος τραβούσα την γραμμή και έκανα την πρόσθεση. Υπήρχαν καλές χρονιές που το πρόσημο ήταν θετικό και στο αποτέλεσμα έμπαινε και ένα smile :).  Υπήρχαν και αρκετές που το αρνητικό πρόσημο συνοδευόταν από πολλά sad :(.  Αυτές ήταν κυρίως χρονιές που είχα χάσει αγαπημένους από τη ζωή μου. Αυτό το αρνητικό πρόσημο ήταν τόσο βαρύ που δεν μπορούσε να το ισορροπήσει καμία επιτυχία στη δουλειά ή νέοι φίλοι ή οικογενειακή ευτυχία. Ήταν ένα πλην που με ότι και αν το πολλαπλασίαζες θα έβγαζε πάντα αρνητικό αποτέλεσμα.
Αυτό έγινε επίσης υποσυνειδήτα άλλος κανόνας ζωής.  Η ζωή μας πρέπει να χαρακτηρίζεται απο τις προτεραιότητες που της δίνουμε. Και αυτό επηρεάζεται απο τα χρόνια τις εμπειρίες και τη σοφία που όλα αυτά μας προικίζουν. Στα 20 θέλεις να πιάσεις τη ζωή απο τα μαλλιά να κάνεις πράγματα, να διακριθείς στη δουλειά σου να γνωρίσεις ανθρώπους να ερωτευθείς, να διασκεδάσεις. Στα 30, έχοντας κάποιες εμπειρίες ήδη θέλεις να ισορροπήσεις να δημιουργήσεις οικογένεια ενδεχομένως, να κατοχυρώσεις μια ταυτότητα. Στα 40 τα πράγματα είναι πιο απλά. Θέλεις ηρεμία, σταθερότητα και μια καθαρή εικόνα της ζωής σου. Σαφώς και έχεις ξεκαθαρίσει ποιος είσαι, τι έχεις ανάγκη και τι μπορείς να προσφέρεις. Δύσκολα συμβιβάζεσαι και ακόμα πιο δύσκολα ανέχεσαι. Με πάσα βεβαιότητα (αναφέρομαι μόνο σε εμένα ) όταν ξαπλώνεις το βράδυ στο κρεβάτι σου και λες τις τελευταίες κουβέντες με τον εαυτό σου, ξέρεις πως θα έβαζες  το κεφάλι σου στο ντορβά μόνο για το σκύλο σου.  Μόνο. Νιώθεις τυχερή όμως γιατί αν χρειαζόταν να κόψεις και κάποια δάχτυλα, ένα χέρι θα το χαράμιζες. Αυτό σε κάνει να χαμογελάς. Γιατί έχοντας υπερκαλύψει το μισό απο το προσδόκιμο όρο ζωής που έχω σύμφωνα πάντα με τη ζωή που κάνω, είναι μεγάλη ευτυχία ρε φίλε, να ξέρεις πως έχεις 4-5 ανθρώπους στη ζωή σου που δεν είναι οικογένεια σου, οι οποίοι σε νοιάζονται και τους νοιάζεσαι σαν να ήταν κομμάτι του εαυτού σου. Θα είναι πάντα εκεί για εσένα στα δύσκολα σου, αλλά θα είσαι και ο πρώτος άνθρωπος που θα ζητήσουν στα δύσκολα τους. Θα είσαι ο πρώτος άνθρωπος που θα μοιραστούν τη χαρά τους, αλλά και αυτός που θα καταλάβει πρώτος τη στεναχώρια τους. Είναι οι άνθρωποί σου! Είναι η μεγαλύτερη επιτυχία σου. Είναι η κληρονομιά σου. Και για να είσαι τόσο τυχερός που βρίσκονται στη ζωή σου πάει να πει πως κάτι καλό έχεις κάνει και σου αξίζουν. Και αυτό είναι που σε κάνει και κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια. Αυτό είναι που σε κάνει και ξυπνάς κεφάτος το πρωί. Αυτό είναι το μεγάλο συν που υπάρχει στον απολογισμό σου και δεν μπορεί να το κλονίσει τίποτα.
Θα μου πεις, δεν θα ήταν καλύτερα και ακόμα ποιο θετικό το αποτέλεσμα αν μαζί με όλα αυτά είχες και τον άνθρωπο που θα κοιμόταν δίπλα σου;. Αυτό είναι η αφορμή που αυτή τη στιγμή κάθομαι και γράφω όλες αυτές τις σκέψεις τώρα. Δεν ξέρω αν στην τέταρτη δεκαετία της ζωής σου, είναι εύκολο  να βρεις αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι. Οι άνθρωποι έχουμε ψευτέψει. Αδόκιμη λέξη, αλλά δεν μπορώ να βρώ κάποια που να περιγράφει πιο ορθά αυτά που έχω στο μυαλό μου. Είναι δύσκολο να βρείς αυτόν που το βήμα του μπορεί να συγχρονιστεί με το δικό σου ώστε όταν περπατάτε μαζί  να διαγράφεται μια σκιά και όχι δυο. Αυτόν που θέλει απλά να μοιράζεται μαζί σου και όχι να τον συμπληρώνεις για να καλύψει τα κενά του. Δεν χρειάζεσαι έναν τέτοιον άνθρωπο αν νιώθεις ολοκληρωμένος και κατασταλαγμένος στα θέλω σου. Ζητάς πιο απλά πράγματα. Κάποιον να περνάτε όμορφα, να βάζετε ένα ποτήρι κρασί και πριν το καταλάβεις να έχετε πιει ένα μπουκάλι συζητώντας τα πάντα. Να νοιαζόσαστε για τα θέλω σας και να σέβεστε ο ένας του άλλου . Να γελάτε και να αγαπιέστε. Το απλό θέλεις. Που είναι και το ακατόρθωτο τελικά. Γιατί όπως πολύ σοφά έχει πει και ο ταλαίπωρος Κοέλιο

It's the simple things in life that are the most extraordinary.







Ακούω, τραγουδάω και χαμογελάω ---------->

7.12.19

Περαστικά μας.

Είναι κάποιες λέξεις που βγαίνουν από το στόμα μας χωρίς να έχουμε συνειδητοποιήσει τη δύναμη τους και την αληθινή σημασία τους. Όπως το "στην υγεία μας" και το "περαστικά". Και τις δυο τις έμαθα καλά όταν χρειάστηκε. Την δεύτερη περισσότερο τις τελευταίες ημέρες.
 Πήγα πάλι στο ΓΝΑ. Όχι απλή επίσκεψη στους γιατρούς μου όπως κάνω τα τελευταία 4 χρόνια αλλά για νοσηλεία.  Ο μικρός χτύπησε.  Το έμαθα την Παρασκευή το βράδυ απο το τηλέφωνο." Έλα ρε, δεν έχω καλά νέα, έσπασα τον ώμο." Τα πως,τι,που, γιατί λίγη σημασία είχαν. Η μόνη κουβέντα που είπα ήταν έλα όπως είσαι στο ΓΝΑ μην κάθεσαι Χαλκίδα. Θα έρθω Κυριακή βράδυ, έτσι κι αλλιώς Σαββατοκύριακο δεν μπορούν να μου κάνουν τίποτα. Το ΓΝΑ ήταν το σπίτι μου για εννιά μήνες σχεδόν με τη μαμά. Από τότε που έφυγε, ανέβαινα την Κατεχάκη και σφιγγόταν η καρδιά μου. Έβλεπα τα αναμμένα φώτα το βράδυ σε κάποια δωμάτια και ξαναζούσα όλα εκείνα τα ζόρικα βράδια που πέρασα εκεί μέσα καπνίζοντας στο μπαλκόνι και γνωρίζοντας πως δεν θα φύγουμε μαζί με τη μαμά.
Αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Ο μικρός είναι ο μόνος που μου έχει μείνει. Τον νοιάζομαι πολύ. αλλά ρε πούστη έσπασε τον ώμο. οκ . Πονάει, θα πονάει ακόμα περισσότερο το επόμενο διάστημα αλλά θα περάσει. Οι μαλακίες άλλωστε πληρώνονται. Αλλά ευτυχώς κάποιες διορθώνονται, όπως αυτή. Αυτά είναι περαστικά. Και αυτό με συντρόφευε όλες τις ημέρες που ακολούθησαν. Και αυτό προσπάθησα να μεταφέρω και στον καψερό που πονούσε είναι η αλήθεια. Γελάσαμε πάρα πολύ όλες αυτές τις μέρες. Και περάσαμε και χρόνο πολύ που τα τελευταία χρόνια δεν τον έχουμε. Και είδαμε και πολλούς γνωστούς που κάποιοι περνούσαν αυτά που εμείς έχουμε αφήσει στο παρελθόν.
Αλλά ξέραμε πως τα δικά μας ήταν περαστικά. Και είμαστε χαρούμενοι. Η δυσκολία ήταν όταν βρεθήκαμε με  γνωστούς και φίλους που ο καθένας απο αυτούς ανέβαινε έναν πολύ μεγαλύτερο Γολγοθά απο το δικό μας. Κάποιοι απο αυτούς ελπίζουν και εύχονται να είναι περαστικά και κάποιοι άλλοι ξέρουν πως δεν θα είναι αλλά τουλάχιστον αισιοδοξούν πως η ταλαιπωρία θα είναι όσο γίνεται μικρότερη.
Οι μέρες που έρχονται είναι πολύ σημαντικές και πρέπει να τις περνάμε με τους ανθρώπους που αγαπάμε. Να εκτιμάμε και να γιορτάζουμε

που τους έχουμε δίπλα μας. Να πίνουμε στην υγειά μας και να γιορτάζουμε που έχουμε την υγεία μας. Και όταν προκύπτουν δυσκολίες γιατί όλα μες το παιχνίδι είναι και η ζωή μας δεν θα είχε ενδιαφέρον αν δεν υπήρχαν και οι δυσκολίες , να ευχόμαστε να είναι πραγματικά περαστικές. Όλα, είναι πιο όμορφα όταν τα αντιμετωπίζουμε με χαμόγελο και όχι μιζέρια. Η μιζέρια είναι κακός σύντροφος.  Ας έχουμε καλά Χριστούγεννα με υγεία και περαστικές δυσκολίες αν προκύψουν.

12.7.19

Kaz Hawkins - Because you love me







Don't be frightened by the road ahead
It's OK, it's fine, just lift your head
Take it all in your stride
Remember life, it's there, it's heat

To learn, to grow, to find your feet
'Cause it's a long, long road



@lilaki μου...










30.6.19

Step in my shoes

Υπάρχει μια φράση που από τότε που την διάβασα για πρώτη φορά πριν πολλά χρόνια έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου . Θα μου πεις μόνο μία; Νομίζω ναι.
 Μια έχει καταφέρει να γράψει στον «σκληρό μου» που δεν φημίζεται για την χωρητικότητα του.
 Είναι γνωστό στο κοντινό μου περιβάλλον πως υπάρχουν πράγματα που μπορεί να τα διαγράψει το μυαλό μου αυτόματα. Και ας σημαίνουν κάτι. Λίγο ή πολύ.  
Βασική «υποχρέωση’ του εκάστοτε συντρόφου μου ήταν να μπορεί να απαντήσει όταν τον ρωτούσα «ποιος είναι ο αγαπημένος μου ηθοποιός;» Γιατί αν δεν άκουγα εκείνη τη στιγμή «ο Τζέραλντ Μπάτλερ ρε ούφο» μπορεί να έσκαγα μέχρι να τον βρω μέσα από ταινίες κλπ κλπ. Εννοείται ότι ποτέ δεν θυμάμαι αγαπημένες ταινίες ή βιβλία που με έχουν συγκλονίσει. Θυμάμαι υπόθεση αλλά όχι τίτλο.
Είναι λοιπόν μεγάλο κατόρθωμα για εμένα να έχω συγκρατήσει την φράση: "Before you start to judge me, step into my shoes and walk the life I'm living and if you get as far as I am, just maybe you will see how strong I really am.
Ίσως αυτό συμβαίνει επειδή κάθε φορά που γνωρίζω κάποιον το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι το «φόρα τα παπούτσια του πριν βγάλεις συμπέρασμα για αυτόν» . Και ίσως για αυτό τον λόγο δεν συνηθίζω να κρίνω ποτέ κανένα.
 Μπορεί κάποιος να μου κάνει ή να μην μου κάνει. Σε όποια περίπτωση. Είτε είναι φίλος, συνάδελφος, γκόμενος.  Δεν συνηθίζω να τον χαρακτηρίζω ως άνθρωπο. Αν μου ταιριάζει έχει καλώς, προχωράω και τον γνωρίζω καλύτερα ή κάνω παρέα μαζί του. Αν κάτι με χαλάει , τον προσπερνώ και είναι διάφανος . Περνάει το βλέμμα μου από μέσα του.
 Αυτό το κριτήριο του μυαλού μου με έχει βοηθήσει να μην φορτώνομαι με περιττές συζητήσεις και περιττούς ανθρώπους. Και με έχει κάνει να διαγράφω αυτόματα αυτούς που μου μιλάνε για τρίτους με χαρακτηρισμούς. Τους θεωρώ τοξικούς και κόβω κάθε κουβέντα μαζί τους.

Τον τελευταίο χρόνο με όλες τις απίστευτες αλλαγές που έχουν συμβεί στη ζωή μου διαπίστωσα πως έχω χτίσει το περιβάλλον μου από την αρχή. Τέσσερις φίλες καρδιάς, μια από αυτές αδελφή ψυχή, μια αδελφή για μια ζωή και άλλες δυο  που με συμπληρώνουν. Όλες τόσο διαφορετικές μεταξύ μας.  Η μια, η αδελφή για μια ζωή την ξέρω από φοιτήτρια, η άλλη αδελφή ψυχή είναι σαν να την ξέρω και από άλλη ζωή μη σου πω και ας μετράμε μήνες. .Οι άλλες σχετικά πρόσφατες. Οι δεσμοί που μας συνδέουν είναι τόσο δυνατοί που ώρες ώρες νιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω αυτή την ανώτερη δύναμη όπως και αν λέγεται που τις έφερε στη ζωή μου. Νιώθω τόσο μεγάλη ευλογία που έχω πάρα πολύ καιρό να αισθανθώ άγχος,πίεση , νεύρα. Αδιανόητο για εμένα. Βρισκόμαστε σχεδόν καθημερινά και όταν δεν είμαστε μαζί είμαστε συνέχεια στα μηνύματα και στα τηλέφωνα.. Το σπίτι μου έχει γίνει και σπίτι τους, ο σκύλος μου και σκύλος τους, οι χαρές μου χαρές τους και τα γέλια μας κοινά. Όλες έχουν θέματα και προβλήματα. Όπως και εγώ. Επίσης όλες τους έχουν τόσο καθαρή ψυχή που κάθε τι που μας απασχολεί είναι ένα βάρος που φεύγει γρήγορα από πάνω μας. Είχα ξεχάσει πως είναι να γελάω καθημερινά με την ψυχή μου. Να μην πρέπει να ανέχομαι ανθρώπους που σου ρουφούν την ενέργεια και σου μιλούν μόνο για προβλήματα. Ανθρώπους μίζερους.
  Είμαστε τέσσερις γυναίκες που η κάθε μια έχει φορέσει τα παπούτσια της άλλης, δεν έχει κρίνει ποτέ τις επιλογές της ή τον τρόπο ζωή της. Είμαστε τέσσερις γυναίκες που δεν ζήλεψε ποτέ η μια την άλλη. Τέσσερις ολοκληρωμένες γυναίκες που η ηλικία μας έχει για τις 3 το 4 μπροστά και για την μια το 5 , δεν έχουμε παιδιά οι τρεις και η μια που έχει είναι μεγάλη κοπέλα πια, και χαιρόμαστε την κάθε στιγμή χωρίς να σκεφτόμαστε υποχρεώσεις. Δεν υπάρχει «πρέπει» μεταξύ μας , αλλά μόνο «θέλω» . Τα θέλω μας δε, είναι τόσα πολλά που ποτέ μα ποτέ δεν μας φτάνει ο χρόνος. Πάντα θέλουμε κι άλλο , πάντα κανονίζουμε την επόμενη συνάντηση.  Μοιραζόμαστε τις ζωές μας με τέτοιο τρόπο που κάθε τι που μας αρέσει φροντίζουμε να το πάρουμε και για την άλλη. Ότι όμορφο βλέπουμε θέλουμε να το έχουμε όλες και να το βλέπουμε όλες.  Τα παπούτσια μας έχουν το ίδιο νούμερο και τις ίδιες αντοχές. Και όταν μας στενεύουν και κάνουν πληγές τα πόδια από την πορεία, δεν βαρυγκωμάει καμιά. Γλύφουμε τις πληγές και αγαπάμε τα σημάδια μας. Είναι σημάδια ζόρικα, αντρίκεια, τίμια. Που τα έχουμε όλες μας. Λιλάκι μου, Σαμπίνα μου,ταλαιπωρημένο μου μουρλοκομείο,  Έφη ψυχή μου και άγκυρα μου και τέλος Σοφία καθημερινό μου σιρόπι να ξέρετε πως  πέρα από καλύτερο άνθρωπο που με έχετε κάνει είστε ότι καλύτερο στη ζωή μου. Το τζάκ ποτ που έλεγα δεν θα πιάσω ποτέ. Δεν ξέρω τι έχω κάνει να σας αξίζω. Ελπίζω μόνο να μην έχει γίνει κάποιο λάθος από τη μοίρα.

ΥΓ(μεγάλο).  Τον τελευταίο χρόνο επίσης γνώρισα, μεταξύ άλλων, και δυο άντρες που η φήμη τους προηγείτο της επαφής μας. Η ασπρομαυρη αρρώστια μου τους έφερε με κάποιον τρόπο στον δρόμο μου. Ηταν πολλά αυτά που συνόδευαν το όνομα τους και εντελώς αντιφατικά. Ναι μεν αλλά. Και όλα τα είχα ακούσει απο "αδέλφια" . Γνωρίστηκα και με τους δυο. Ήπιαμε, μιλήσαμε , γελάσαμε, συζητήσαμε τις ζωές μας . Και κρατάμε επαφή αν και μας χωρίζουν χιλιόμετρα και μίλια. Και για τους δυο το μόνο που έχω να πω είναι οτι οι μπότες που φορούν έχουν τόσο βάρος απο τα χιλιόμετρα που έχουν γράψει που τα "αδέλφια" δεν θα μπορούσαν να κάνουν ούτε βήμα μέσα σε αυτές. Σας εκτιμώ απεριόριστα. 




4.5.19

Μην είστε τρόμπες ρε...


Σοβαρά τώρα; «έχεις αναστατώσει τους 20 πόντους μου;»
 Μ αυτή την ατάκα περιμένετε να πηδήξετε; Και έτσι όπως την έγραψα εγώ είναι και ορθογραφημένη. Στην δική σου περίπτωση μόνο το 20 δεν είχε λάθη. 
Υπάρχουν γυναίκες που τσιμπάνε; Και σας κάθονται; Σοβαρά τώρα. 
Βλέπεις μια γκόμενα η οποία είναι ας πούμε…χύμα. Δεν το παίζει θεούσα γιατί δεν είναι, δεν βγάζει σοβαροφάνεια γιατί δεν την ενδιαφέρει, αυτοσαρκάζεται γιατί έτσι γουστάρει και γράφει ότι μαλακία της καβλώσει γιατί αδιαφορεί αν θα την χαρακτηρίσουν αρνητικά. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα λιγουρευτεί τους 20 πόντους σου; Αυτό πιστεύεις πως της λείπει; Άκου να σου πως λοιπόν για να μαθαίνεις. Η τουλάχιστον να μάθεις ότι υπάρχει και μια άλλη κατηγορία γυναικών που όταν ακούει ή διαβάζει τέτοιες μαλακίες απλά γελάει και σε κράζει. Και σε δεύτερη φάση βλέπει τη ζωή της να την περνά μόνη της . Με σκύλο. Γιατί σίγουρα θα είναι πιο ενδιαφέρουσα από το να έχει έναν τρόμπα σαν και του λόγου σου να μπερδεύεται στα πόδια της.
 Ρε μαλάκες δεν γίνεται να υπάρχουν τόσες πολλές γυναίκες που δεν έχουν σύντροφο. Κάτι κάνετε πολύ λάθος. Να χέσω τα μούσια σας και τους κοιλιακούς σας. Το πάνω κεφάλι το έχετε αντιληφθεί ως όργανο;. Που λειτουργεί εννοώ. Βάλτε το γαμημένο να δουλέψει και λίγο. Το κάτω το έχετε κάψει.
 Μια γυναίκα, στοιχειωδώς έξυπνη, δεν μιλάμε για διάνοια, που είναι ανεξάρτητη οικονομικά και στηρίζεται στα πόδια της, χρειάζεται έναν άντρα να στέκεται δίπλα της. Να την κάνει να γελάει και να μην της βγάζει την ψυχή με τα κόμπλεξ του. Το σεξ είναι η συνέχεια όλων αυτών. Αν δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, γιατί να φορτωθεί έναν τρόμπα; 
Με 300ευρουλάκια  έχει έναν Lelo που βασικά δεν μιλάει για να ακούει όλες αυτές τις παπαριές που έχετε κάνει κασέτα, δεν ξενοπηδάει και δεν την κάνει ρόμπα στον περίγυρό της. Μαγικό; Μην ξεφτιλίζεστε και μην ξεφτιλίζετε το φύλο σας. 
Και κάτι τελευταίο. Πάρτε μια μεζούρα και μετρήστε για να δείτε πόσο ακριβώς είναι οι 20 πόντοι.

15.1.19

Αν μου τηλεφωνούσες...





  Τα τελευταία 8 χρόνια κάθε πρωί κοιτάω το ρολόι μου ακριβώς στις 10 το πρωί. Τα τελευταία 8 χρόνια περιμένω ακριβώς στις 10 το πρωί και ενώ ετοιμάζομαι να μπω στο μπάνιο για να βαφτώ και να φύγω, να χτυπήσει το τηλέφωνο και να ακούσω αυτή την τόσο οικεία, γεμάτη συναισθήματα φωνή να μου λέει "μαναράκι μου πως είσαι σήμερα; κοιμήθηκες καλά;" Και εγώ να απαντάω κάθε φορά "καλημέρα μπαμπά, ετοιμάζομαι να φύγω για δουλειά". 
Αυτό ήταν αρκετό για αυτόν. Μια φράση του έφτανε για να μείνει ήσυχος μέχρι το επόμενο πρωί που θα ξανακάναμε ακριβώς τον ίδιο διάλογο. 
Με καλούσε και κατά τη διάρκεια της ημέρας αν υπήρχε σοβαρός λόγος, γιατί δεν ήθελε να με ενοχλεί στη δουλειά μου ή στην ησυχία μου, αλλά αυτά ήταν διαφορετικά. Το πρωϊνό ήταν το στανταράκι μας, το δικό μας! 
Είναι αυτό το τηλέφωνο που ενώ ξέρω πως δεν θα χτυπήσει ξανά , δεν πρόκειται να το αποδεχτώ ποτέ.  Αυτό μου λείπει περισσότερο από τον πατέρα μου. 
Δεν τον έβλεπα συχνά, έμενε μιάμιση ώρα δρόμο μακριά.  Σιγά την απόσταση θα μου πεις. Ναι τώρα το ίδιο λέω και εγώ. Μιάμιση ώρα μπορείς να φας μες το αμάξι καθημερινά για να πας στη δουλειά. Και την τρως. Αλλά αυτό δεν το υπολογίζεις γιατί είναι η δουλειά και δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Για τον πατέρα σου, ήταν θέμα. Μπορεί να περνούσαν και 6 μήνες να τον δω . Και πάντα χωρίς να το ξέρει. Όχι γιατί ήθελα να του κάνω έκπληξη, αλλά γιατί φεύγοντας από τη δουλειά μπορεί να ήμουν σαλταρισμένη, πικραμένη, απογοητευμένη, κουρασμένη και είχα ανάγκη να δω αυτό το βλέμμα. Αυτό το μπλε λαμπερό βλέμμα που είχε όταν πήγαινα δίπλα του στο καφενείο την ώρα που έπαιζε πόκα και ενώ όλοι οι φίλοι του με είχαν δει να μπαίνω, δεν μιλούσαν γιατί ήθελαν να δουν την αντίδρασή του όταν έφτανα δίπλα του .Tον ακουμπούσα στον ώμο και του έλεγα "μπαμπά;"
Και τότε σήκωνε το κεφάλι και αμέσως τα μπλε μάτια του αποκτούσαν τόση λάμψη που με τύλιγαν σαν ήρεμη θάλασσα. 
"Σε βλέπει και κατουριέται" μου έλεγε πάντα ο πρώην λυκειάρχης μου, ένας από την τριάδα των κολλητών του. Και αυτός συνέχιζε να με κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά του. Και όταν επιτέλους ήταν σίγουρος ότι ήμουν εκεί, παράταγε την πόκα έπαιρνε το μπουφάν  του, με έπιανε από το μπράτσο και φεύγαμε για το σπίτι. 
Τις περισσότερες φορές τολμούσε να μου πει με χαμηλωμένη φωνή για να μην αρπαχτώ "κοντέψαμε να ξεχάσουμε πως είσαι ρε μανάρι μου" για να πάρει πάντα αυτή τη γαμημένη απάντηση, πνίγομαι ρε μπαμπά, τρέχω και δεν φτάνω.
Τα δυο τελευταία χρόνια είχε πέσει πολύ, τα προβλήματα με την καρδιά του που κουβαλούσε από τότε που εγώ ήμουν 8 χρονών τον είχαν εξαντλήσει. Είχε πάρει την κάτω βόλτα. Θυμάμαι καθόμουν πλάι του ένα από αυτά τα βράδια στο τραπέζι της κουζίνας και μιλούσαμε για την αρρώστια του, τον Παναθηναϊκό, όταν τον κοίταξα και σκέφτηκα για πρώτη φορά ότι φαίνεται γερασμένος. Ο μπαμπάς μου που δεν πίστευα ότι θα γεράσει ποτέ. Τα μαλλιά του παρέμεναν πάντα καστανά και στη θέση τους, το βάρος του πάντα το ίδιο, η φωνή του καθαρή και γλυκιά, τα μάτια του ολοζώντανα εκφραστικά, αλλά υπήρχε κάτι διαφορετικό πάνω του. Μου φαινόταν πως κάποιες ρυτίδες είχαν σκάψει το υπέροχο πρόσωπο του. Είχε πάνω του κάτι διαφορετικό. 
Είσαι καλά μπαμπά; τον ρώτησα αφήνοντας στη μέση τη κουβέντα για τον Σισέ που έκανε όργια στον Παναθηναϊκό.
" Ε, καλά είμαι ρε μανάρι μου. Απλά κουράζομαι εύκολα. Θέλω να πάω να καθαρίσω αυτές τις ελιές σου στο Δήλεσι που τα αγριόχορτα τις έχουν πνίξει, αλλά δεν μπορώ"
Να μην πας μπαμπά, στάχτη να γίνουν. Πρέπει να προσέχεις του απάντησα, δεν είσαι πλέον μικρός, να δουλεύεις όλη μέρα και μετά να τρέχεις και σε ελιές αμπέλια χωράφια και δεν ξέρω εγώ τι άλλο. 
Εδώ εγώ που είμαι όλη μέρα στο ραδιόφωνο και σίγουρα δεν σκάβω, όταν γυρνάω σπίτι δεν έχω κουράγιο να βγάλω παπούτσια μου και έχω τα μισά σου χρόνια.
"Εσύ να προσέχεις, κουράζεσαι πολύ. Και τώρα είσαι νέα, θα τα πληρώσεις αργότερα" μου είπε...
Την επόμενη φορά που τον είδα ήταν όταν γεννήθηκε ο Τάσος. Παιδί του αδελφού μου. Το εγγόνι του που θα έπαιρνε και το όνομά του. Αν και τον έλεγε Τζιμπρίλ. Ήταν πολύ χαρούμενος, τα μάτια του έλαμπαν όταν του είπα πως εύχομαι να μην του πάρει μόνο το όνομα αλλά και τα μάτια του. "Τυχερός να είναι και να γίνει καλός άνθρωπος" μου είχε πει με τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του. Ήταν χαρούμενος, πολύ χαρούμενος, όταν με κοίταζε όμως η ψυχή του μου έλεγε, "θα ήθελα και εσένα να δω με ένα παιδί". Δεν το είδε ποτέ και ούτε με ενόχλησε ποτέ με αυτό το θέμα, παρόλη του την λαχτάρα.  
Τον μικρό τον πρόλαβε ένα χρόνο. Σε αυτό τον ένα χρόνο, ζήσαμε απίστευτες στιγμές. Ο Tάσος junior, ήταν ο κλώνος του. Τα ίδια υπέροχα γαλάζια μάτια, τα ίδια νεύρα, η ίδια γλύκα όταν με έβλεπε. Πήγαινα αρκετά συχνά πλέον. Τουλάχιστον μια φορά στις δυο εβδομάδες. Δεν πήγαινα  στο καφενείο, αλλά κατευθείαν στο σπίτι και τον έβρισκα να κάθεται κάτω στο χαλί και να παίζει με τον μπέμπη. Και όταν άνοιγε η πόρτα και με έβλεπαν στη σκάλα, ήταν δυο μωρά καθισμένα στο πάτωμα το ένα 6 μηνών και το άλλο 70 χρονών. Ιδιά όμως ρε φίλε. Ίδια σε όλα. Το χαμόγελό τους ακόμα και ο τρόπος που ακουμπούσαν την παλάμη για να στηριχτούν στο πάτωμα, ο τρόπος που με κοιτούσαν, το λίγο πονηρό χαμόγελο όταν τους είπα "επ, σας έπιασα. Τι κάνετε βρε ρεμάλια τις κοινωνίας στο πάτωμα;" γέλαγε ο μπαμπάς, γελούσε και ο μπέμπης. Έλιωνα εγώ. Όταν δε, του είπα ότι θα τον βαπτίσω εγώ εκεί να δεις χαρά και ανακούφιση. Θα είχα το παιδί που δεν έκανα. 
Τον Τάσο τον βαπτίσαμε σχεδόν 8 μηνών με 40 πυρετό την ημέρα της γιορτής μου. Οι γιατροί είχαν πει στον αδελφό μου, πως ο μπαμπάς είχε από 3 έως 6 μήνες ζωής γιατί πλέον τα φάρμακα δεν λειτουργούσαν. Η καρδιά του "είχε γίνει σαν πατάτα" ήταν η χαρακτηριστική έκφραση που μας είχε μεταφέρει ο μικρός μόλις τελείωσε το τραπέζι και ετοιμαζόμασταν να φύγουμε για το σπίτι..
Γι’ αυτό, μας εξήγησε και την βιασύνη να γίνει η βάπτιση όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα να μουδιάζουν τα πόδια μου. Δεν μπορεί να ήταν αλήθεια αυτό. Τι 6 μήνες μου λέει τώρα σκεφτόμουν στο αμάξι;. Έξι μήνες είναι πολύ λίγοι. Και μετά τι; Δεν θα προλάβει να δει τον Τάσο να μεγαλώνει; Να μιλάει, να περπατάει, να πει παππού να τον πάει στις κούνιες, αν και ικανό τον είχα να τον σύρει σε κάνα γήπεδο με το ριλάξ και να μας πουν στις ειδήσεις. Δεν το δεχόμουν. δεν θα γινόταν έτσι. Είχε πολλούς λόγους να ζήσει. Και πείσμα είχε και ήμουν σίγουρη πως θα τα καταφέρει. Το πιο σημαντικό όμως ήταν πως εμένα δεν μπορούσε να με αφήσει μόνη. Τι θα έκανα εγώ  χωρίς αυτόν;
Οι εισαγωγές στα νοσοκομεία ήταν πολύ συχνό φαινόμενο τα τελευταία χρόνια. Στη αρχή πιο αραιά, με τον καιρό όμως οι επισκέψεις πύκνωναν και κάθε φορά με κάτι καινούριο. Οι παρενέργειες από τα φάρμακα δημιουργούσαν κάθε φορά μια καινούρια βλάβη σε κάποιο ζωτικό όργανο. 
Είχε γίνει συνήθεια να με παίρνει ο αδελφός μου τηλέφωνο και να ακούω ερχόμαστε στο νοσοκομείο γιατί ο μπαμπάς πάλι δεν είναι καλά. Πάντα ήμουν στην δουλειά. Μόνο μια φορά με είχε πετύχει σπίτι αργά. Κάθε φορά που ήμουν στο ραδιόφωνο πήγαινα στον τεχνικό προϊστάμενο και του ζητούσα άλλο ένα τραντζιστοράκι. Πρέπει να είχα πάρει περισσότερα από 6-7 μέσα σε ένα χρόνο.  Ένιωθα άσχημα όταν έλεγα στον Σωτήρη, ρε φίλε έρχεται ο πατέρας μου πάλι νοσοκομείο , να του πάω πάλι ένα ραδιοφωνάκι; και φυσικά ο Σωτήρης το είχε ήδη έτοιμο χωρίς περιττές κουβέντες. Όταν έμπαινε ο μπαμπάς στο νοσοκομείο τερματίζαμε όλοι. Εκτός από τον ίδιο. Πάντα τον έβλεπα χαρούμενο, γιατί ήξερε πως θα πηγαίνω κάθε πρωί πριν τη δουλειά να του πάω την Πράσινη, όταν θα είμαι στην δουλειά θα με ακούει να λέω δελτία και στην εκπομπή, κάτι που δεν είχε την δυνατότητα να κάνει στο σπίτι μας που δεν έφτανε ο σταθμός και θα με βλέπει και το βράδυ μόλις τελείωνα την δουλειά που θα ξαναπερνούσα για καληνύχτα. Αδιαφορούσε για τα τρυπήματα από τις βελόνες και τους ορούς, παρόλο που τα χέρια του ήταν κομμάτια. Το έβρισκα με το ραδιοφωνάκι στο αυτί να κοιτά την πόρτα για να με δει να μπαίνω  να χαμογελά και να μου λέει: ήρθες μαναράκι μου;. 
Μια από αυτές τις φορές τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά και τον έβαλαν κατευθείαν εντατική. Μπορούσα να τον δω μόνο για λίγο . Όταν δέχτηκα τηλέφωνο από μια νοσηλεύτρια και μου είπε "από την εντατική του λαϊκού σας τηλεφωνώ" σταμάτησα να αναπνέω. δεν κατάφερα να πω ούτε "ναι, τι συμβαίνει;' κάτι που προφανώς αντιλήφθηκε αμέσως η γυναίκα και έσπευσε να μου πει χωρίς ανάσα "φέρτε σας παρακαλώ ένα ραδιοφωνάκι στο μπαμπά σας γιατί θέλει να σηκωθεί να φύγει. Δεν μπορούμε να τον κρατήσουμε με τίποτα. Θέλει να σας ακούει να λέτε ειδήσεις!" εκεί πρέπει να πήρα την πρώτη ανάσα μετά από ώρα και με πήραν και τα ζουμιά.  
Με κοιτούσαν όλοι στο γραφείο και ήταν μαρμαρωμένοι.  Πρέπει να ήμουν ακόμη άσπρη. Μόλις είπα "ναι φυσικά πείτε του ότι θα του φέρω εγώ σε λίγο. Ναι βεβαίως θα βρω και ακουστικά. Δεν θα ενοχλεί, μην ανησυχείτε"  Αυτό πρέπει να ήταν το 5 που του πήγα τότε. Μαζί με κάτι λευκά ακουστικά που βρέθηκαν σε κάποιο συρτάρι συναδέλφου. Δυσκολεύτηκε λίγο στην αρχή μέχρι να συνηθίσει τα επιπλέον καλώδια που μπλέκονταν με τους ορούς και τα καλώδια των λοιπών μηχανημάτων της εντατικής αλλά ήταν ευτυχισμένος.  Και εμένα φυσικά με είχαν μάθει όλοι . Έμπαινα στην καρδιολογική και ένιωθα κάτι σε Στάη, τουλάχιστον... Όταν βγήκε μετά από λίγες ημέρες ο γιατρός του μου είπε " Σκυλί ο Τασούλης, την γλίτωσε πολύ φθηνά." Έτσι είναι ο μπαμπάς μου, του είχα απαντήσει. δεν τα παρατάει ποτέ. Αυτό έγινε Νοέμβρη. 
Χριστούγεννα κάναμε όλοι μαζί -δεν ξέραμε αν θα είχαμε την δυνατότητα να είμαστε και του χρόνου όλοι μας-και ήταν ότι πιο όμορφο και ζεστό είχα να θυμάμαι. Και ο μικρός που είχε αρχίζει να ξεπετάγεται μας είχε χαζέψει. 
Λίγες ημέρες μετά την Πρωτοχρονιά  ξαναμπήκε στο νοσοκομείο. Όχι εντατική αλλά σε δωμάτιο. Η μητέρα μου ήταν μαζί του όλες τις ημέρες. Πλησίαζαν τα πρώτα γενέθλια του μικρού. 
Εγώ σταθερά πρωί βράδυ και ο σταθμός μετρούσε άλλο ένα ραδιοφωνάκι λιγότερο.  Όταν ρωτούσα τον γιατρό του πότε θα βγαίναμε δεν μου απαντούσε συγκεκριμένα. Θέλω λίγο να τον δω ρε Ρούλα, θα του ξαναβάλω το χόλντερ για άλλα δυο εικοσιτετράωρα και σταδιακά θα του βγάλω και τον καθετήρα. 
Μπαμπά , θα μείνεις λίγες μέρες ακόμα μου είπε ο Αλέξανδρος για να σταθεροποιηθείς. Δεν θέλει να ρισκάρει να σε βγάλει αν δεν είσαι τελείως καλά. 
"Αυτός ξέρει μανάρι μου, ότι πει. Απλά κουράστηκα, είμαι σχεδόν μισό μήνα μέσα" μου απάντησε γέρνοντας το κεφάλι με σκοτεινιασμένο πρόσωπο. "Θα βγεις μπαμπά, για 3-4 μέρες ακόμα μιλάμε, άντεξες τόσες κάνε λίγο υπομονή ακόμα" του απάντησα επίσης με σκοτεινιασμένο πρόσωπο.  Πρέπει να ήταν Τετάρτη ή Πέμπτη που έγινε αυτή η κουβέντα. Τα γενέθλια του μικρού έπεφταν Σάββατο. Ο μπαμπάς επέμεινε να τα κάνουμε στην ώρα τους ακόμα και αν αυτός δεν θα ήταν εκεί. "Είναι τα πρώτα γενέθλια του παιδιού. Θα τα κάνετε στην ώρα τους" δήλωσε χωρίς να σηκώνει κουβέντα. Την τούρτα θα την έφτιαχνα εγώ.  Το ήθελα πολύ. Και την έφτιαξα. Ένα γήπεδο ποδοσφαίρου. Γιατί δεν μπορεί αυτό το παιδί να μην αγαπούσε το ποδόσφαιρο. Την Παρασκευή ο γιατρός μου είπε πως θα του έδινε εξιτήριο την Κυριακή. Χάρηκε πολύ όταν του το είπα, αλλά επέμεινε να κάνουμε τα γενέθλια το Σάββατο και να μην τα μεταφέρουμε για την Κυριακή. Το δέχτηκα και του υποσχέθηκα να κόψουμε και δεύτερη τούρτα την Κυριακή μεταξύ μας .Του άρεσε.  
Έγινε όπως ήθελε. Σάββατο βράδυ ο Τάσος junior έσβησε το πρώτο του κεράκι και όλοι ήμαστε χαρούμενοι γιατί αύριο θα είχαμε επιτέλους και τους παππούδες στο σπίτι μετά από 20 σχεδόν μέρες. 
Κυριακή πρωί πρωί πήγα στο νοσοκομείο να τους πάρω. Ήταν και οι δυο έτοιμοι και με περίμεναν.  Ο μπαμπάς καθιστός στο κρεβάτι με την πράσινη στο χέρι και η μαμά δίπλα του. Μόλις με είδε να μπαίνω φωτίστηκε ολόκληρος. Μέχρι να περάσει ο γιατρός του να μας δώσει το εξιτήριο, ξεκίνησα να τους δείχνω φωτογραφίες από τα γενέθλια. Σχολίασε πως ο μικρός μεγάλωσε πολύ για να του απαντήσω, ναι σιγά ρε μπαμπά θα τον πάρουν φαντάρο σε λίγο και να βάλει τα γέλια κρατώντας μου σφιχτά το χέρι.  
Ήρθε ο γιατρός και μας βρήκε όλους χαρούμενους να χαζολογάμε. 'Γιατρέ είμαι έτοιμος" του λέει πριν προλάβει να πει καλημέρα ο Αλέξανδρος. 
"Τασούλη , εγώ λέω να φύγεις αύριο. Βγάλαμε σήμερα τον καθετήρα. Μείνε και σήμερα να δούμε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και αύριο το πρωί θα βγεις στο υπόσχομαι. Δεν μπορώ να ρισκάρω να σε διώξω και να μην μπορείς να πας τουαλέτα μόνος σου".
Αυτό ήταν από τα μεγαλύτερα χαστούκια που έχει φάει πιστεύω. Τον είδα να μαζεύεται στο κρεβάτι και να δακρύζει ενώ δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη. 
Προσπάθησα να τον ηρεμήσω. Μπαμπά, έχει δίκιο ο Αλέξανδρος, είσαι σχεδόν 20 μέρες με καθετήρα, σκέψου να πάμε σπίτι και να μην μπορείς να πας τουαλέτα. Δεν μίλησε απλά κούνησε το κεφάλι. 
"Εγώ θα πάω για δουλειά και θα τα πούμε το βράδυ. Έλα έχει και αγώνες σήμερα, θα ακούσεις τον Παναθηναϊκό , εγώ θα κάνω παραγωγή και δελτία άρα θα είμαι συνέχεια στα αυτιά σου. Θα περάσει η μέρα χωρίς να το καταλάβεις και αύριο πρωί θα έρθω πάλι να σας πάω σπίτι" του έλεγα ενώ του χάιδευα τα μαλλιά. Κούνησε πάλι το κεφάλι αλλά δεν χαμογελούσε. Του ζητούσα πράγματα που ήταν πάνω από τις δυνάμεις του. 
Μπήκα να μπω το πρώτο δελτίο στις 7, στο ημίχρονο των αγώνων. Τελείωσα από τον αέρα 7 και 12 και αμέσως μόλις κάθισα στο γραφείο χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν η θεία μου, που φαντάστηκα πως πήρε να μάθει νέα του μπαμπά. Μου είπε πως ο μπαμπάς ξαναμπήκε εντατική και η μαμά μου από την ταραχή της δεν θυμόταν το τηλέφωνό μου αλλά πήρε αυτήν. Έκλεισα το τηλέφωνο και έφυγα τρέχοντας για το Λαϊκό. Δεν ήταν σαν τις άλλες φορές. Ένιωθα πολύ διαφορετικά. Μπήκα στο δωμάτιο και βρήκα μόνο τη μαμά μου. Το κρεβάτι ήταν άδειο. Με κοίταξε και μου είπε πως ο μπαμπάς τελείωσε. Τελείωσε, αμέσως μόλις τελείωσε και το δελτίο μου. Άκουσε το όνομά μου στην αποφώνηση, σηκώθηκε να πάει τουαλέτα και εκεί έπαθε ανακοπή. Δεν κατάφεραν να τον επαναφέρουν.

Η ζωή μου άλλαξε από αυτή τη στιγμή. Ένα κομμάτι μου έφυγε μαζί του. Το καλύτερο μου. Έφυγε ο άντρας που μου έδωσε ζωή, που με θαύμαζε για όλη μου τη ζωή όσο κανείς άλλος και που η περηφάνεια του για εμένα ξεχείλιζε. Αυτός που με έσφιγγε στην αγκαλιά του και έλαμπε όταν με έβλεπε. Έφυγε και με άφησε άδεια.  Απ την άλλη φρόντισε να μοίρα να μου στείλει τον μπαμπά μου σε νέα βελτιωμένη έκδοση. Ο μικρός που πλέον μπαίνει στα 9  δεν του έχει αφήσει απολύτως τίποτα. Πέρα από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που είναι φωτοτυπία, πήρε και όλα τα υπόλοιπα. Ίδιο περπάτημα, ίδιο χιούμορ, ίδια χούγια, απολύτως ίδιες ευαισθησίες, δυο ίδιες απίστευτες προσωπικότητες.

 Έναν χρόνο μου έδωσε να τους ζήσω και τους δυο μαζί.  Φρόντισε μέχρι και να τους γιορτάζω και τους δυο μαζί. Να φτιάχνω ταυτόχρονα τούρτα και κόλλυβα. Το μόνο που διαφέρει , είναι η ομάδα. Τον μικρό τον πήρα μαζί μου. Δεν θα το επέτρεπε ποτέ αν ζούσε. Τι περίεργα παιχνίδια που μας παίζει η ζωή...

Ακούω: